Ο πατέρας μου
Στη νέα παρουσίαση του έργου στο Θέατρο Στοά, ο Θανάσης Παπαγεωργίου, στον ρόλο του Αντρέ αλλά και στη σκηνοθεσία, αγκαλιάζει αυτά τα ερωτήματα, με την υποκριτική του να εστιάζει, όχι στην τεχνική μίμηση της άνοιας, αλλά στην εσωτερική της εμπειρία: στις στιγμές απειλής και σύγχυσης, στις αναλαμπές αυτοσυνειδησίας, στην κόψη εκείνη που το μυαλό τραμπαλίζεται ανάμεσα σε δύο κόσμους και οι διαστάσεις το χρόνου συγχέονται. Η σκηνοθεσία του, λιτή αξιοποιεί ένα ενιαίο σκηνικό που μεταλλάσσεται ελάχιστα, όπως και στο κινηματογραφικό σενάριο. Οι μικρές αλλαγές στη διακόσμηση δημιουργούν την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ταυτόχρονα στο ίδιο μέρος και σε ένα εντελώς άλλο, μέχρι που αποκαλύπτεται πως η διαδρομή οδηγεί αθόρυβα προς το περιβάλλον ενός κέντρου φροντίδας. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ποτέ σαφής αντίληψη για το πού ακριβώς τοποθετείται η δράση, ούτε σταθερή χρονολογική γραμμή, δεν είναι τυχαίο. Η υπόθεση κινείται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, οι στιγμές μπλέκονται, οι διαστάσεις του χρόνου θρυμματίζονται, και αυτή η ελεγχόμενη σύγχυση μεταφέρεται συνειδητά στον θεατή, ο οποίος καλείται να βιώσει τον κατακερματισμό του κόσμου του πρωταγωνιστή, την αποδιοργάνωση που συντελείται στο μυαλό του. Και το επιτυγχάνει θαυμάσια. Η αβεβαιότητα δεν λειτουργεί ως εμπόδιο, αλλά ως γέφυρα προς την εσωτερική πραγματικότητα του ήρωα, μια πραγματικότητα εύθραυστη που διαλύεται και ανασυντίθεται διαρκώς μπροστά στα μάτια μας.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου είναι συγκλονιστικός! Η φυσικότητα με την οποία μεταφέρει το ρόλο, είναι ανατριχιαστική. Ευγενής και ταυτόχρονα αγροίκος, γοητευτικός, μα και αφόρητα δύστροπος, ενσαρκώνει τον ανοϊκό που, όπως είναι αναμενώμενο, δεν αντιλαμβάνεται την κατάστασή του, και γαντζώνεται στις ελάχιστες βεβαιότητές του, σαν σε σανίδα σωτηρίας που θα αποτρέψει τη βύθιση. Η σπουδή του πάνω στην άνοια και στον τρόπο με τον οποίο διαβρώνει την αντίληψη της πραγματικότητας και του χρόνου καθιστούν την ερμηνεία του καθηλωτική. Ο τρόπος που μας επιτρέπει να βιώσουμε αυτή τη σταδιακή απώλεια της αυτοσυνειδησίας, το αργό «ξήλωμα» όλων των βεβαιοτήτων, τον αποπροσανατολισμό της ύπαρξης, την απώλεια των άλλων και τελικά του ίδιου του εαυτού, μοιάζει σαν ταινία παιγμένη ανάποδα που οδηγεί από την ενηλικίωση και την ωριμότητα, βήμα-βήμα πίσω στην ευαλωτότητα της παιδικής ηλικίας.
Η Εύα Καμινάρη στον ρόλο της κόρης, μεταφέρει στη σκηνή, όλη την αγωνία, την κούραση, που δεν είναι μόνο σωματική αλλά σχεδόν υπαρξιακή, την απελπισία του φροντιστή που ταλαντεύεται ανάμεσα στην αφοσιωμένη αγάπη και το μίσος για το δυσανάλογο φορτίο που είναι η φροντίδα ενός ανοϊκού ασθενή, ανάμεσα στο καθήκον και στην επιθυμία για ζωή.
Η παράσταση, με την καθαρή της σκηνοθετική γραφή και την αφοπλιστική, ερμηνευτική δύναμη των πρωταγωνιστών της, μας προσκαλεί να σταθούμε για λίγο μέσα στην ασάφεια, να νιώσουμε την αγωνία και τον τρόμο που γεννιούνται όταν ο κόσμος χάνει τη συνοχή του. Κυρίως όμως μας υπενθυμίζει ότι πίσω από την σύγχυση, υπάρχει ένας άνθρωπος, που δεν επέλεξε αυτό που του συμβαίνει και δεν έχει τα μέσα να το πολεμήσει. Ένας άνθρωπος που κάποτε αγαπήθηκε και αγάπησε, εργάστηκε, δημιούργησε, έζησε μια ζωή που είχε νόημα και που τώρα προσπαθεί να κρατηθεί από ό,τι του απομένει. Κι εκεί, μέσα σε αυτή την υπενθύμιση, και σε αυτή την εύθραυστη προσπάθεια, βρίσκεται νομίζω η βαθύτερη, η πιο σπαρακτική αλήθεια του έργου του Ζελλέρ.
Η ταυτότητα της παράστασης:
.jpg)
Comments
Post a Comment