Linda

 Η Ελένη Σκότη σκηνοθετεί το έργο της Penelope Skinner με ρυθμό, ένταση και σαφή δραματική
κορύφωση, εστιάζοντας στον Άνθρωπο - Γυναίκα, τόσο μπροστά όσο και πίσω από την "κάμερα", αυτήν την ιδιότυπη "κάμερα" που είναι το βλέμμα των άλλων επάνω της, αλλά και η ματιά της ίδια της γυναίκας στον εαυτό της. Το κείμενο της Skinner καθηλώνει όχι επειδή είναι πρωτότυπο, αλλά επειδή σε αναγκάζει να συνειδητοποιήσεις πως, παρά τους αγώνες δεκαετιών και τα σημαντικά βήματα για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, βαθιά ριζωμένα στερεότυπα εξακολουθούν να μας καθορίζουν, στερεότυπα που συχνά καλύπτουμε με μια επίφαση δυναμισμού, αλλά που, (ότ)αν αναδυθούν, μπορούν ακόμη να μας διαλύσουν.

Η σκηνοθεσία της Σκότη έχει κινηματογραφική αίσθηση: το σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου οργανώνεται έτσι ώστε να επιτρέπει άμεσες μετατοπίσεις ανάμεσα στο εργασιακό περιβάλλον της Linda (το διαφημιστικό γραφείο) και τον προσωπικό της χώρο (την τραπεζαρία του σπιτιού της), ενώ οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου λειτουργούν ως βασικό εργαλείο χωροθέτησης, ώστε τμήματα του σκηνικού να "σβήνουν" ή να αναδύονται ανάλογα με τη δράση, δημιουργώντας την αίσθηση μιας συνεχούς ροής στη ζωή της ηρωίδας, μα και μιας ταυτόχρονης διάλυσης των ορίων τους.

Ο μικρόκοσμος του γραφείου και της οικογένειας γίνεται καθρέφτης της εικόνας που η κοινωνία διατηρεί για τη γυναίκα: κόρη, σύζυγο, επαγγελματία, μητέρα, φίλη, ερωμένη. Τι σημαίνει να είσαι αφοσιωμένη σύζυγος, στοργική μητέρα, επιτυχημένη επαγγελματίας, ηγέτιδα; Τι σημαίνει να μεγαλώνεις, να γερνάς, να παραγκωνίζεσαι; Πώς μπορεί μια γυναίκα να παραμείνει πρωταγωνίστρια της ζωής της όταν η κοινωνία, η εργασία ακόμη και η οικογένειά της την ωθούν στο περιθώριο; Τι σημαίνει να είσαι "ορατή" και τι σημαίνει να γίνεσαι "αόρατη";

Η ίδια η Linda θέτει από την πρώτη σκηνή το ζήτημα της "ορατότητας". Μιλά για τις γυναίκες 50+ που γίνονται σταδιακά αόρατες: δεν τις κοιτούν στον δρόμο, δεν τις φλερτάρουν, παραγκωνίζονται από νεότερες συναδέλφους, τα παιδιά τους δεν τις χρειάζονται πια. Βλέπουν ό,τι όρισε την κοινωνική και προσωπική τους υπόσταση να κλονίζεται, και την ίδια στιγμή που προσπαθούν να συμφιλιωθούν με τις αλλαγές, η κοινωνία τις ωθεί στο περιθώριο. Η ορατότητα, όμως, δεν είναι ζήτημα καλλυντικής περιποίησης, δεν αρκεί το όνομα "Visibility" στην ετικέτα μιας κρέμας για να στρέψει "μαγικά" τους προβολείς πάνω στη μεσήλικη γυναίκα. Είναι πρωτίστως ζήτημα εσωτερικής εστίασης. Θα τολμήσει η γυναίκα των 50+ να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της; Θα καταφέρει να δει τον πυρήνα της πέρα από τους ρόλους που την όρισαν; Πόσο έχει επιτρέψει στον εαυτό της να γίνει οι ρόλοι της; Και πόσο έτοιμη είναι να βρει γαλήνη πέρα από τα φώτα αυτής της σκηνής, ή να δημιουργήσει έναν νέο χώρο όπου θα νιώθει ξανά ότι πρωταγωνιστεί; Θα αδικούσαμε βέβαια το κείμενο της Skinner αν δεν αναγνωρίζαμε ότι το θέμα της "ορατότητας" στο έργο της, ξεπερνά το φυλετικό πλαίσιο και γίνεται μια συνθήκη που αγγίζει την ουσία της ίδιας της ανθρωπινότητας.  Όλοι όσοι βρίσκονται στη σκηνή, εκκινώντας από διαφορετικές αφορμές, ζητούν να γίνει "ορατοί". Και για να το πούμε πιο "ευαγγελικά": η συγγραφέας μας καλεί να αναρωτηθούμε που βρίσκεται ο "θησαυρός" μας και εκεί να αναζητήσουμε την καρδιά μας. 

Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Η νεαρή συνάδελφος της Linda βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης μαζί της, όχι για να αλλάξει το σύστημα, αλλά για να πάρει τη θέση της, να γίνει Linda στη θέση της Linda, επαναλαμβάνοντας έναν κύκλο με την ίδια πιθανή κατάληξη. Επαναλαμβάνοντας ένα "success story" που γίνεται τραγωδία. Και η ίδια η Linda, παρότι παλεύει να ανατρέψει τα στερεότυπα, δεν διστάζει να τα αποθεώσει λέγοντας: "Είμαι βραβευμένη για τις δράσεις μου στην επιχείρηση χωρίς καν να έχω βγάλει πανεπιστήμιο. Μητέρα δύο παιδιών. Με έναν υπέροχο σύζυγο. Που ξέρω να αλλάζω λάστιχο, που έχω δικό μου σπίτι, που όλοι θαυμάζουν την μαγειρική μου και που μπορώ να φοράω το ίδιο νούμερο ρούχα όπως πριν από 15 χρόνια". Είναι τόσο παγιδευμένη μέσα στις νόρμες με τις οποίες οι κοινωνία ορίζει "τι κάνει μια γυναίκα επιτυχημένη", που βουλιάζει μέσα τους σαν σε κινούμενη άμμο.

Εδώ θα ήθελα να κάνω και ένα προσωπικό σχόλιο: δεν γνωρίζω αν η  - εξαιρετική - επιλογή της Μυρτώς Αλικάκη για τον κεντρικό ρόλο φέτος, σε συνδυασμό με την παρουσία του Άλκη Κούρκουλου στη συγκεκριμένη παράσταση, σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με τη συνύπαρξή τους στην τηλεοπτική «Αναστασία». Όσες από εμάς όμως ήμασταν στην αρχή της νεότητάς μας τη δεκαετία του ’90, η εκ νέου συνάντησή τους στη σκηνή μοιάζει συμβολική και με κάποιο τρόπο συνδεδεμένη με την ουσία της παράστασης: το τότε sex symbol, η νεαρή Αναστασία που "έπαιζε" με τον επίσης ελκυστικό Αλέξανδρο, μεταμορφώνεται εδώ στη μεσήλικη γυναίκα, που παρά την άψογη εμφάνιση, το αθλητικό σώμα, το κοφτερό μυαλό, παλεύει να αποδείξει ότι δεν έχει "ξοφλήσει", ενώ ο σχεδόν συνομήλικός της, αισθητά πιο "γεμάτος", γοητευτικός παρά τα γκρίζα μαλλιά (ή εξ' αιτίας αυτών) διευθυντής της, κρίνει χαλαρά και αφ΄ υψηλού το μέλλον της. Αν υπάρχει σε αυτή τη "συνάντηση" ένα καυστικό σχόλιο, για το πως αντιλαμβανόμαστε τη διαδικασία του γήρατος ανάμεσα στα δύο φύλα,  σίγουρα γίνεται αντιληπτό από το κοινό της δικής μου γενιάς.

Κλείνοντας να πω ότι η Linda είναι μια παράσταση για τις γυναίκες, αλλά ίσως ακόμη περισσότερο για τους άντρες: τους συζύγους, τους διευθυντές, τους γιους αυτών των γυναικών. Μια σκληρή, ρεαλιστική ιστορία αθέατης βίας και ηλικιακού ρατσισμού προς τις γυναίκες, όχι μόνο από τους άντρες, αλλά και από τις ίδιες τις γυναίκες. Και αυτό είναι ίσως το πιο οδυνηρό.


H ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Penelope Skinner

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Σκηνικά, συνεργάτης σκηνοθεσίας: Γιώργος Χατζηνικολάου

Κοστούμια: Μαρία Αναματερού

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική & Sound design: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Φωτογραφίες & Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας

Βοηθοί σκηνοθέτιδος: Ελένη Μελιγκάρη, Βάλια Ιωαννίδου, Ελωρίς Αλπανίδου

Βοηθός ενδυματολόγου: Ελεωνόρα Κατσού

Σχεδιασμός οπτικής ταυτότητας: Ιωάννης Κ. Τσίγκας

Social Media: Loox

Υπεύθυνοι επικοινωνίας παράστασης: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας

Διεύθυνση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Εκτέλεση παραγωγής: Μαρία Φιλοπούλου

Παραγωγή: Ομάδα Νάμα

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Μυρτώ Αλικάκη, Μιχάλης Μαρκάτης, Χριστίνα Μαριάνου, Ηρώ Πεκτέση, Γιώργος Σαββίδης, Μαριέλα Δουμπού

Άλκης Κούρκουλος (επί οθόνης)

Ακούγεται η φωνή της Ελένης Μελιγκάρη

Comments

Subscribe

Popular Posts