SLADEK (ΣΛΑΝΤΕΚ)
«Ο Σλάντεκ, ως μορφή, είναι ένας τύπος γεννημένος ολοκληρωτικά από την εποχή μας και εξηγήσιμος μόνο μέσα από αυτήν. Eίναι, όπως τον αποκάλεσε κάποτε ένας εκδότης από το Βερολίνο, μια φιγούρα που βρίσκεται ανάμεσα στον Βότσεκ του Μπύχνερ και τον Σβέικ. Ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος εκείνης της νεολαίας, της λεγόμενης γενιάς του 1902”, που στην εφηβεία της έζησε τη “μεγάλη εποχή”, τον πόλεμο και τον πληθωρισμό, είναι ο τύπος του ανθρώπου χωρίς παράδοση, ξεριζωμένου, που του λείπει κάθε σταθερό θεμέλιο, και έτσι γίνεται το πρότυπο του οπαδού που παρασύρεται. Χωρίς να είναι πραγματικά δολοφόνος, διαπράττει έναν φόνο. Ένας απαισιόδοξος αναζητητής, αγαπά τη δικαιοσύνη, χωρίς όμως να πιστεύει σε αυτήν. Δεν έχει ρίζες, δεν ανήκει πουθενά.»
Μέσα από τη δική του ιστορία, το έργο φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο ο φασισμός ριζώνει στην καθημερινότητα, όχι ως ξαφνικό ιστορικό γεγονός, αλλά ως αποτέλεσμα κοινωνικών συνθηκών που επαναλαμβάνονται όταν η δημοκρατία αποδυναμώνεται. Ο Χόρβατ δείχνει ότι οι «ασήμαντοι» άνθρωποι, όσοι νιώθουν αόρατοι ή χωρίς προοπτική, μπορούν εύκολα να γίνουν όργανα βίας, όχι απαραίτητα από ιδεολογική πίστη, αλλά από ανάγκη για σταθερότητα και σκοπό. Το έργο λειτουργεί ως διαχρονική προειδοποίηση: όταν η κοινωνία αφήνει χώρο στην απελπισία και στην ανασφάλεια, οι ακραίες ιδέες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να επιστρέψουν.
Με ποιον τρόπο όμως μπορεί να παρασταθεί σήμερα ένα έργο για τον φασισμό, γραμμένο το 1927, σε μια εποχή όπου το φαινόμενο βρισκόταν ακόμη στη γέννησή του; Η παράσταση που παρακολουθήσαμε επέλεξε μια καθαρά σωματική προσέγγιση: ένα θέατρο έντονης σωματικής καταπόνησης, ψυχικής πίεσης και διαρκούς επιθετικότητας. Η ατμόσφαιρα δράσης εγκαθιδρύεται ήδη από τη στιγμή που ο θεατής μπαίνει στον χώρο (στο φουαγιέ μας μοιράστηκε το κείμενο του Ουμπέρτο Έκο με τα 14 χαρακτηριστικά του φασισμού), πριν ακόμη ξεκινήσει η παράσταση, ώστε να υποψιάσει και να τον εντάξει από νωρίς σε ένα περιβάλλον απειλής και ασφυξίας.
Οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν με απόλυτη συνέπεια στις απαιτήσεις της σκηνοθεσίας. Φώναξαν, γάβγισαν, χτύπησαν και χτυπήθηκαν, έκλαψαν, πόνεσαν, πρόδωσαν και προδόθηκαν. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση σκληρή, άγρια, με επεισόδια συχνά αποκρουστικά. Ωστόσο, αυτό που παρουσιάστηκε δεν ήταν μια σταδιακή μετάβαση προς τον φασισμό, αλλά το τελικό της αποτύπωμα. Τα ελάχιστα ψήγματα αυτόνομης σκέψης του Σλάντεκ –κυρίως οι δηλώσεις του ότι θέλει να σκέφτεται μόνος του– λειτουργούν ως υπενθύμιση του ανθρώπου που υπήρξε, δείχνουν τον ανθρώπου που είναι, αλλά αφήνουν στο σκοτάδι τον άνθρωπο που γίνεται.
Εδώ εντοπίζεται κατ' εμέ και το κεντρικό ζήτημα της παράστασης: η επιλογή να παρουσιαστεί ο φασισμός μέσα από μια τελική, χονδροειδή, σχεδόν καρικατουρίστικη αισθητική βίας, απομακρύνει το έργο από την κατανόηση των μηχανισμών που τον γεννούν. Αν ο στόχος είναι να αναδειχθεί η σταδιακή σαγήνη που ασκεί η αίσθηση του ανήκειν, η υπόσχεση ενός ανώτερου σκοπού, η απομάγευση των ανθρωπιστικών ιδεωδών, τότε η παράσταση δεν προσφέρει τα εργαλεία για να το επιτύχει.
Η μετάβαση προς τον φασισμό δεν παρουσιάζεται ως διαδικασία, αλλά ως τετελεσμένο γεγονός. Η συνεχής ταπείνωση και ο εξευτελισμός δεν επιτρέπουν στον θεατή, σε έναν έφηβο θεατή για παράδειγμα, να κατανοήσει γιατί κάποιος θα μπορούσε να παρασυρθεί από μια τέτοια ιδεολογία, που υποβιβάζει τα μέλη της στο επίπεδο άγριων ζώων. Αντί για προβληματισμό, παράγεται κυρίως αποστροφή. Η ταύτιση καθίσταται δύσκολη, η γοητεία της φασιστικής ιδεολογίας, η οποία ιστορικά υπήρξε υπαρκτή και επικίνδυνη, δεν βρίσκεται σε πρώτο πλάνο.
Αν ο στόχος είναι να φωτιστεί ο τρόπος με τον οποίο ο φασισμός ριζώνει μέσα στο άτομο, μια τέτοια προσέγγιση δεν επαρκεί. Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης το συναίσθημα και η απέχθεια ωθούνται στα άκρα, χωρίς να αφήνουν χώρο για την κατανόηση της γοητείας που μπορεί να ασκήσει μια ολοκληρωτική ιδεολογία. Η επιλογή να παρουσιαστεί ο φασισμός αποκλειστικά ως ωμή βία περιορίζει τη δυνατότητα βαθύτερου προβληματισμού. Η τελική επιλογή να προβληθούν σκληρές εικόνες από νεκρά παιδιά σύγχρονων πολέμων δεν φαίνεται να προσθέτει ένα νέο επίπεδο ανάγνωσης. Αντιθέτως, λειτουργεί ως υπενθύμιση ενός τρόμου ήδη οικείου, και δεν είμαι βέβαιη ότι η αναπαραγωγή του είναι απαραίτητη. Οι θεατές του 21ου αιώνα έχουν διαρκή και συχνά αδιαμεσολάβητη πρόσβαση σε τέτοιου είδους εικόνες, γεγονός που καθιστά την επανάληψή τους στη σκηνή περισσότερο μια μορφή συναισθηματικού εξαναγκασμού παρά αφορμή για ουσιαστικό προβληματισμό. Σε μένα, τουλάχιστον, λειτούργησαν περισσότερο ως επιβολή συναισθήματος και λιγότερο ως φωτισμός των αιτίων και των μηχανισμών που γεννούν τη βία.
Συμπερασματικά, η παράσταση προσφέρει μια έντονη, σωματικά και αισθητηριακά φορτισμένη εμπειρία, με πραγματικά εξαιρετικές ερμηνείες και σαφή σκηνοθετική ταυτότητα. Όμως ένα θέατρο που αναλύει τα πάντα και σχεδόν υπαγορεύει τις σκέψεις του στο θεατή, αφήνοντας ελάχιστα στην κρίση του, δεν ξέρω αν επιτελεί το σκοπό του: να δείξει περισσότερο, παρά να δηλώσει, ώστε να επιτρέψει στον θεατή να νιώσει, να σκεφτεί και να κατανοήσει με τις δικές του προσλαμβάνουσες.
Ταυτότητα της παράστασης:
Πλύφα - Κτίριο 7
Κείμενο: Έντεν φον Χόρβατ
Μετάφραση: Γιώργος-Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
Σκηνοθεσία: Θάνος Νίκας
Δραματουργία: Πηνελόπη Χατζηδημητρίου
Σκηνικός Χώρος - Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ
Ερμηνεύουν: Βύρων Αναγνωστόπουλος, Πάνος Αναγνωστόπουλος, Δανάη Κλάδη,
Αλέξης Κότσυφας, Ευγενία Κουζέλη, Θέμης Σουφτάς
Γραφιστική Επιμέλεια: Χρύσα Νίκα
Επικοινωνία & Social Media: Λ. Μπουρτσάλα, Δ. Δάγκαλης
Παραγωγή: Ars Moriendi Theater Group

Comments
Post a Comment